Το Μπουλβάρ ποτέ δεν πεθαίνει

O Χρήστος Παπαγκίκας παρουσιάζει και καταθέτει τις κριτικές απόψεις του για το θεατρικό έργο της Νέας Διάπλασης Μπολατίου «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» του Joseph Kesselring

12138454_10208028916905455_6168585004750644019_o

Ναι. είναι κάτι σαν την ελληνική επιθεώρηση. εκεί που έχει ξοφλήσει, φτιασιδώνεται σαν γηραιά κυρία και ξανά προς τη δόξα τραβά.
Γεννήθηκε τα χρόνια του μεσοπολέμου στα μεγάλα βουλεβάρτα της αριστερής όχθης του Σηκουάνα, απ’ όπου πήρε και το όνομά του. Εκεί ήταν ο τόπος αναφοράς όλων των καλλιτεχνών. Εκεί σύχναζαν συγγραφείς, ηθοποιοί, ζωγράφοι όπως ο μεγάλος εξπρεσιονιστής Τουλούζ Λωτρέκ παρέα με ξεπεσμένες πόρνες αλλά και κυρίες και κύριοι της μεγαλοαστικής τάξης, η διάσημη μαντεμουαζέλ της μόδας Κοκό Σανέλ, απατεωνίσκοι και ζιγκολό σε μία σφιχταγκαλιασμένη παρέα. Αυτή ήταν η Γαλλική Μπελ Επόκ.
Αυτούς εκπροσωπούσε το μπουλβάρ, με τον Ζωρζ Φεϋντό να αναδεικνύεται στον κυριότερο εκπρόσωπό του. Το «ψύλλοι στ’ αυτιά» έγινε τεράστια επιτυχία σ’ όλον τον κόσμο και παίζεται και σήμερα. Γρήγορα μετανάστευσε και στη δυτική όχθη του Ατλαντικού και ανέδειξε συγγραφείς σαν τον Νηλ Σάιμον και άλλους πολλούς όπως ο Joseph Kesselring.
Εκεί μάλιστα απέβαλε πολλές φορές το… ροζ χρώμα που συνήθως έχεις και έγινε γκρίζο ή και μαύρο. μαύρο χιούμορ, εννοείται, με πτώματα, δολοφόνους, αστυνομικούς σατανικές γριούλες, όλα όμως σε ανάλαφρο και ανέμελο ύφος. Με απρόοπτα, ανατροπές, πόρτες ν’ ανοίγουν και να μπαίνει ο αστυνομικός τη στιγμή που από την άλλη πόρτα βγαίνει ο δολοφόνος… οι πόρτες παίζουν βασικό ρόλο στο μπουλβάρ.
Σαν θεατρικό είδος αμφισβητήθηκε και όχι άδικα τα χρόνια των έντονων κοινωνικοπολιτικών ανατροπών του ’60 και του ’70, γιατί αφορά σ’ έναν κόσμο μεγαλοαστών, πάμπλουτων κληρονόμων, ανθρώπων της εξουσίας και διεφθαρμένων δημοσίων λειτουργών.
Την ίδια ώρα που στις υποβαθμισμένες γειτονιές ο κόσμος αγωνίζεται για το καθημερινό του, και κάτω από τη γέφυρα του Μπρούκλιν Έλληνες και Ιταλοί μετανάστες νόμιμοι και παράνομοι παλεύουν για ένα μεροκάματο στο λιμάνι ή στα τρένα. Την ίδια ώρα που συγγραφείς σαν τον Άρθουρ Μίλλερ στην Αμερική ή τον Ιάκωβο Καμπανέλη στην Ελλάδα γράφουν θέατρο με καθαρά κοινωνικοπολιτικά μηνύματα.
Σαν θεατρικό είδος δεν προήλθε από παρθενογένεση. Αποτελεί μετεξέλιξη της αστικής κωμωδίας που έχει τις ρίζες της στην κομέντια ντελάρτε, τον Γκολυτόνι, το Μολλιέρο.
Τεχνικά είναι πολύ δύσκολο είδος. Είναι θέατρο των ηθοποιών και των ρόλων. Γι’ αυτό έχουν αναμετρηθεί μαζί του όλα τα ιερά τέρατα του παγκόσμιου θεάτρου.
Τρία στοιχεία, κατά τη γνώμη μου είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να σταθεί μια τέτοια παράσταση. Ρυθμός, ατάκα και στυλιζάρισμα των ρόλων. Στυλιζάρισμα όμως που να μην ξεπερνά τα όρια του γκροτέσκ.
Και ειλικρινά με ψυχική ευφορία η παράσταση του «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» που έστησε η θεατρική ομάδα «Θάνος Καλαντζής» κάτω από την μπαγκέτα της κ. Άννας Ρότσιου τα είχε στο έπακρο. Μιλάμε για επαγγελματικό επίπεδο. Αν η «Αυλή των Θαυμάτων» ήταν μια έκπληξη, το «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» είναι η οριστική καθιέρωσή τους.
Δεν θα ασχοληθούμε με το μύθο του έργου αφού άλλωστε τον αναλύει πολύ καλά στο καλαίσθητο πρόγραμμα η σκηνοθέτης κ. Άννα Ρότσιου.
Ας έρθουμε στις ερμηνείες των ρόλων ξεκινώντας από πέντε νέα παιδιά που χωρίς να διαθέτουν θεατρική παιδεία καταθέτουν την ψυχή τους και δημιουργούν. Ο Θεόδωρος Τάτσιος στο ρόλο του Τζόναθαν Μπρούστερ έχει άνεση, πεντακάθαρη άρθρωση, προσωπείο (εδώ βοηθάει πολύ και το μακιγιάζ της Μαρούλας Θάνου). Βρίσκω την ερμηνεία του προχωρημένη και να παραπέμπει σε καρτούν.
Ο Γιώργος Φιλόπουλος ως αστυνόμος Ο’Χάρα σε κάνει να σταστίζεις και να πεις «για δες τι ταλέντο σε ένα τόσο νέο παιδί». Τον περιμένουν ρόλοι. Δεν είδα τον Κώστα Καλλίθρακα στον ίδιο ρόλο παρά μόνο στην πρόβα. Έχει πάντως άνεση, είναι ιδιαίτερα επικοινωνιακός και θα έχει άμεση ανταπόκριση από το κοινό.
Στέκομαι όμως στον Παναγιώτη Βαρδουνιώτη. Τι γίνεται εδώ; Μία αμηχανία ή σαστιμάρα που διακρίνω, την εντάσσει με άνσεη στο ρόλο του δόκτορα Αϊνστάιν και δημιουργεί ένα ρόλο μοναδικό. Ύφος, στάση σώματος, κίνηση, γκριμάτσες, κρατήματα, βλέμματα που παραπέμπουν σε Τσάρλυ Τσάπλιν… ΜΠΡΑΒΟ Πάνο.
Ο Αβραάμ (Μάκης) Χασαπάκης στο ρόλο του Τέντυ Μπρούστερ δεν χρειάζεται να παίξει. Καθηλώνει με την παρουσία του και δίκαια εισπράττει τις επιδοκιμασίες της πλατείας.
Πάμε τώρα στους παλαιότερους. Δύο αξιοπρόσεκτες εμφανίσεις σε μικρούς ρόλους από το Χρήστο Πάνα ως κ. Γουΐδερσπουν (συμπαθέστατος) και το Βαγγέλη Κωστάκη ως κ. Γκίμπς. Ο Βαγγέλης διαθέτει περίφημη άρθρωση λόγου και μια ιδιαίτερη επικοινωνία με το κοινό.
Ο Παναγιώτης Δημάκης στο ρόλο του υπαστυνόμου Ρούνεϊ με την άνεση του έμπειρου ηθοποιού πραγματοποιεί ένα πέρασμα από τη σκηνή κάνοντας όπως πάντα αισθητή την παρουσία του.
Χάρηκα πολύ τον Μπάμπη Ανδρικόπουλο ως αιδεσιμότατο Χάρπερ. Η ήρεμη αφηγηματική του ικανότητα (το σχολείο είναι ο μεγαλύτερος δάσκαλος σ’ αυτά), η αξιοπρέπεια του ύφους και το υποβόσκον μειδίαμα είναι αξιοπρόσεκτα.
Γιάννης Πάτσιος και αστυνόμος Μπρόφυ. Τι να πω; Έγραψα τόσα πολλά για τον Ιορδάνη της «αυλής» που φοβάμαι πώς θα θεωρηθεί ότι μεροληπτώ. Πληθωρικότητα, πονηριά, εξωστρέφεια, μπάτσος εκατό τοις εκατό.
Η Έλεν Χάρπερ της Ήλιας Χατζηκιρλή είναι όμορφη, χαριτωμένη, φινετσάτη, μια πραγματική ενζενύ. Γιατί όμως το ντύσιμο και κυρίως το hair styling δεν έχει καμία σχέση με την εποχή του έργου; Από άποψη; Από λάθος; Δεν το καταλαβαίνω.
Έρχομαι τώρα στις τέσσερις κυρίες του έργου. Ευτυχία Πάτσιου-Σόφη Ανδρικοπούλου και Παρασκευή Φρυσίρα-Ελένη Παπαγεωργίου ως Άμπυ και Μάρθα Μπρούστερ. Εδώ σταματούν τα λόγια. Γιατί οι κυρίες δεν παίζουν. Κεντούν. Κεντούν σ’ ένα καμβά με ακριβό μετάξι περίτεχνα σχέδια. Ή ζωγραφίζουν. Με χρώματα μιας άλλης εποχής. Αέρινη κίνηση, στυλιζάρισμα, επιτηδευμένη συμπεριφορά, βηματάκια, ακίσματα. Αρώματα φιλόξενου μεγαλοαστικού σπιτικού και κουζίνας. Σπάνια γκομπλέν στους ταπετσαρισμένους τοίχους ενός αρχοντικού. Πρέπει κάπου να σταματήσω. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω καμμία. Θα ήθελα μόνο να πω στη Σόφη ότι τώρα πια είναι έτοιμη για μεγάλους δραματικούς ρόλους ρεπερτορίου. Κυρίες μου… υποκλίνομαι.
Άφησα για το τέλος τον Μόρτιμερ του Γιώργου Καλλιανιώτη. Γιατί είναι ο αδύναμος κρίκος ή ο μεγάλος ασθενής της παράστασης. Ο Μόρτιμερ είναι νέος, ευγενής, μπον βιβέρ, μορφωμένος, διανοούμενος, αριστοκράτης, άριστος χειριστής του λόγου και του σαβουάρ βίβρ. Δεν είναι τυχαίο που και στο σινεμά τον ενσάρκωσε ο Κάρυ Γκράντ. Θέλει ηθοποιό μπριλάντε. Σε αντίθεση με τον Γιώργο Καλλιανιώτη που είναι γήινος, με μπρουτάλ σωματότυπο και ταπεραμέντο, προφορά και εξωστρέφεια καθαρά βαλκανική. Δηλαδή ο ακατάλληλος ηθοποιός στον ακατάλληλο ρόλο. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έχει κάνει και αυτό φαίνεται, δεν ήταν δυνατόν να προσεγγίσει τον χαρακτήρα του Μόρτιμερ. Δεν ευθύνεται ο ίδιος αλλά το casting. Και επί πλέον η όχι καλή άρθρωση του λόγου, δυσκόλεψε να ακούγονται καθαρά πολλές ατάκες. Αυτό όμως δε μειώνει την αξία της προσπάθειάς του.
Το σκηνικό του κ. Ανδρέα Καρβουντζή λειτουργικό και ατμοσφαιρικό, όπως και η επιμέλεια των κοστουμιών.
Η μουσική επιλογή είναι του Μπάμπη Ανδρικόπουλου. Και δεν είναι απλά μουσική επιλογή, είναι δημιουργία που μας ταξίδεψε «…σε μουσικές εξαίσιες…» σε «ημέρες ραδιοφώνου», σε δεύτερο πρόγραμμα του ΕΙΡ, σε μουσικά λευκώματα γεμάτα νοσταλγία.
Μπάμπη σ’ ευχαριστώ.
Και τα μηνύματα; Οι προβληματισμοί; Δε βαριέσαι… Άστα για αργότερα. Εμείς απολαύσαμε, χαρήκαμε, λίγο είναι; Άλλωστε ο αφρός γαλλικής σαμπάνιας σερβιρισμένης σε κρύσταλλο Βοημίας, όπως και η παλιά βενετσιάνικη δαντέλα θα είναι πάντα φετίχ φανερό ή απωθημένο για όλους. Γι’ αυτό και το Μπουλβάρ ποτέ δεν πεθαίνει.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s